Ιστορικό

Εικόνα: markos
Submitted by markos on Δευ, 05/03/2007 - 01:02

Αρχικά, οι διανομές του Linux δε χρησιμοποιούσαν την έννοια του πακέτου λογισμικού. Αντίθετα, χρησιμοποιούσαν την αρχειοθήκη του πηγαίου κώδικα κάθε προγράμματος (δηλαδή το αρχέιο .tar.gz) και ο χρήστης έπρεπε να τρέξει όλη τη διαδικασία της εγκατάστασης δια χειρός. Αυτή η διαδικασία περιλάμβανε τη ρύθμιση (configuration), μεταγλώττιση (compile) και εγκατάσταση (install) των προγραμμάτων στις σωστές τους θέσεις και πολλές φορές διαρκούσε αρκετές ώρες.

Το επόμενο βήμα ήταν να χρησιμοποιήσουν αρχειοθήκες ήδη ρυθμισμένων και μεταγλωττισμένων προγραμμάτων, οπότε το μόνο που έμενε ήταν να γίνει η εγκατάσταση στις σωστές θέσεις. Αυτήν την τεχνική χρησιμοποιούσε η διανομή Slackware. Προφανώς, αυτό ήταν ένα βήμα προς τη βελτίωση της ποιότητας της διανομής αλλά και πάλι αντιμετώπιζε προβλήματα. Το πιο σημαντικό πρόβλημα ήταν των εξαρτήσεων από άλλα προγράμματα. Δηλαδή, αν ένα πρόγραμμα χρειαζόταν την ύπαρξη και κάποιων άλλων προγραμμάτων, θα έπρεπε ο χρήστης να εγκαταστήσει όλα τα απαραίτητα προγράμματα και πάλι δια χειρός.

Αυτό το πρόβλημα λύθηκε με τα έτοιμα πακέτα λογισμικού. Αυτά στην ουσία είναι αρχειοθήκες έτοιμων εκτελέσιμων προγραμμάτων με κάποιες επιπλέον πληροφορίες, καταχωρημένες σε ειδικά αρχεία σε κάθε αρχειοθήκη. Οι επιπλέον αυτές πληροφορίες, περιλαμβάνουν το όνομα του πακέτου, την έκδοσή του, την έκδοση της διανομής για την οποία προορίζεται, τον υπεύθυνο του πακέτου, την άδεια διανομής του (license), καθώς και τις απαιτήσεις του από άλλα πακέτα ή αρχεία.

Εμφανίστηκαν αρκετές διανομές και η κάθε μία υλοποίησε το δικό της σύστημα πακέτων λογισμικού, που πρόσφερε διάφορα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα. Με την εξέλιξη των διανομών, ορισμένα επικράτησαν υπέρ των άλλων. Έως τώρα, τα είδη των πακέτων λογισμικού που επικράτησαν είναι στην ουσία αυτά που βασίστηκαν στο RPM (Redhat Package Manager) και στο DPKG (Debian Package).

0
Your rating: None